Επιστροφή
Vor

Χωμενίδης Χ.Α. - Νίκη

Εκδότης: Πατάκης

Αρ. Βιβλίου: SW10362

 

Παράδοση 3 με 5 εργ. ημέρες

16,92 € *
 
 
 
 
 

Πληροφορίες για το προϊόν: "Χωμενίδης Χ.Α. - Νίκη"

Η περίπτωση της Νίκης Αρμάου επικοινωνεί με τις βιογραφίες χιλιάδων παιδιών που γεννήθηκαν και ενηλικιώθηκαν στα προδιαγεγραμμένα οικογενειακά και κοινωνικά πλαίσια της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας. Το όραμα μιας κοινωνικής απελευθέρωσης, όπως μορφοποιήθηκε στην Κατοχή έχοντας συμπαρασύρει τα κοινωνικά αιτήματα όλων των προηγούμενων δεκαετιών, δεν σταματά να αναπνέει μετά τη συντριπτική του ματαίωση και τον απηνή διωγμό των εκφραστών του στο β’ μισό του ελληνικού 20ού αιώνα. Μετενσαρκώθηκε ως συναισθηματικό – εξεγερσιακό απόθεμα και κληροδοτήθηκε στις επόμενες γενιές οι οποίες δικαιούνταν να το επικαλούνται σταθερά στις εκάστοτε συγκυρίες. Για όσους όμως έτυχε να γεννηθούν με αυτό –για τα παιδιά δηλαδή των κομμουνιστών–, το όραμα δεν προδιέγραφε απαρέγκλιτα μια υπαρξιακή απελευθέρωση, αντίθετα μπορούσε να εξελιχθεί σε βαρίδι και τροχοπέδη της. Στην Ελλάδα, μετά το 1945, οι αγωνιστικές περγαμηνές των ελλήνων κομμουνιστών είχαν μηδαμινή ανταλλακτική αξία σε μια μεταπολεμική κοινωνία που στην καλύτερη περίπτωση στεκόταν αδιάφορη απέναντι στο συγκεκριμένο πεδίο αγωνιστικών αναφορών, στη χειρότερη (τη θεσμική της διάσταση) ποινικοποιούσε κάθε διάθεση αμφισβήτησης της παντοδυναμίας του εμφυλιακού κράτους. Σε προσωπικό επίπεδο, οι κατ’ οίκον διδαχές του παροπλισμένου αλλά σταθερά πιστού στο σοσιαλιστικό όραμα, Αντώνη Αρμάου στην κόρη του, παρά το άρωμα συνέχειας της μυθικής κομματικής αυτομόρφωσης που κρατούσε τους απανταχού δεσμώτες στη ζωή, τώρα ισοδναμούσε με καθημερινή επισφράγιση ενός παράλογου κόσμου. Η έξοδος από την παρανομία και η προσγείωση στην ημινόμιμη ΕΔΑ, αντί να φωτίσει το σκηνικό, το έκανε ακόμα πιο αφόρητο.

 

Τα πάντα να είναι εμποτισμένα απ’ την οδύνη και την έκπληξη της ήττας, οι συζητήσεις να επανέρχονται ξανά και ξανά στο ίδιο βασανιστικό ερώτημα: «αφού είχαμε τον λαό μαζί μας, γιατί χάσαμε;». Ό,τι κι αν έλεγε ο πατέρας μου, εγώ έβλεπα τον κόσμο της αριστεράς να ξύνει με μαζοχιστική απόλαυση τις πληγές του. Χίλιες φορές να έβγαινα στο μεροκάματο παρά να παρίσταμαι καθημερινά στο ίδιο μνημόσυνο. (σ. 367)

 

Και παρακάτω:

 

Εγώ που είχα θυσιάσει περισσότερα από τους πιο πολλούς νεολαίους –ολόκληρη την εφηβεία μου– δεν άντεχα να ακούω πλέον για θυσίες. Ήθελα το αυγό που μου αναλογούσε σε αυτή τη ζωή να το σπάσω και να το φάω – κι όχι να περιμένω στωικά πότε θα βγει από μέσα το κοτοπουλάκι! (σσ. 388-389)

 

Και στο φόντο της αφήγησης, πάντοτε οι αόρατοι δεσμοί με την οικογένεια, ως σταθερό πεδίο αναφορών σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, άμυνα και κάστρο απέναντι στο εχθρικό και άξενο του κοινωνικού περίγυρου. Το «Δεν τους στάθηκα...» της μητέρας Άννας Αρμάου για τους γονείς της είναι μια ακόμα υπόμνηση του μελαγχολικού αναστοχασμού πάνω στο ασυμβίβαστο κομματικής αφοσίωσης και οικογενειακής ευτυχίας το οποίο διατρέχει όλο το μυθιστόρημα.

Από τον χωροχρόνο του βιβλίου, μας χωρίζουν από 50 έως 100 χρόνια, ωστόσο η Νίκη εντάσσεται άρρηκτα στις λογοτεχνικές ανησυχίες και τη δημόσια συζήτηση του σήμερα. Άλλο βασικό του προτέρημα είναι πως διαβάζεται ως μελέτη περίπτωσης πάνω σε μια από τις βασικότερες ανθρώπινες προσλήψεις του χρόνου, τη νοσταλγία. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η νοσταλγία προκύπτει όταν η εμπειρία του ανθρώπου μοιάζει να συρρικνώνεται μπροστά στον ορίζοντα των προσδοκιών του. Έτσι συνδέεται ακόμα περισσότερο με την ιδέα της προόδου, την πρώτη γνήσια ιστορική έννοια που ένωσε την εμπειρία και την ελπίδα σε μια κοινή, ενιαία αντίληψη, οδηγώντας σε μια νέα κατανόηση του χρόνου. Το παρόν παραμένει δέσμιο των οραμάτων του παρελθόντος υποθηκεύοντας τη δυνατότητα απογαλακτισμού παιδιών από γονείς, σε όλη τη διάρκεια ζωής του μεταπολεμικού κόσμου[3]. Η ίδια η Νίκη, στην προτελευταία σελίδα της εξομολόγησής της, ταυτίζει αυτές τις αντίρροπες ψυχικές δυνάμεις με τα δύο κεντρικά πρόσωπα της μέχρι τότε ζωής της – τον πατέρα και τον μέλλοντα σύζυγό της: «Έμπλεξα το πεπρωμένο με την επιθυμία» διαβάζουμε εν είδει επιλογικού σημειώματος.

Το βιβλίο τελειώνει τη στιγμή ακριβώς που η ηρωίδα –στα δεκαεννιά της– απεμπλέκεται (χωρίς να το απαξιώσει) από το πατρικό φορτίο και καβαλά (μεταφορικά) τον άνδρα που θα σημαδέψει την υπόλοιπη ζωή της φωνάζοντας νοερά:

 

Το παρελθόν μας μας ανήκει –δεν του ανήκουμε.


[1] Βενετία Αποστολίδου, Τραύμα και Μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων. Πόλις, Αθήνα 2010.

[2] Μάρω Δούκα, Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ. Πατάκης, Αθήνα 2010, σ. 239.

[3] Svetlana Boym, The Future of Nostalgia. Basic Books 2001, σσ. 9-10.

 

Σχετικά Links από "Χωμενίδης Χ.Α. - Νίκη"

Περισσότερα προϊόντα από Πατάκης
 

Σχόλια επισκεπτών για: "Χωμενίδης Χ.Α. - Νίκη"

 
Η κριτική θα δημοσιευτεί μετά από επαλήθευση

Γράψτε μια κριτική

 
 
 
 
 
 
 

Εκείνα που σημειώνονται με * είναι υποχρεωτικά.

 
 
 
 

Προσφάτως είδαν: